Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΜΝΗΜΕΣ

Τα ρολόγια της γιαγιάς

της Σοφίας Τσίγκου
Μικρή σαν ήμουν, η τούρκικη γλώσσα ήταν μέρος της ζωής μου. Η γιαγιά μου μιλούσε, μαγείρευε, συμβούλευε με την πρώτη γλώσσα που άκουσε σαν ήρθε στον κόσμο στη Νίγδη της Καππαδοκίας. Παρόλο που την έζησα από πολύ κοντά, δεν επέμενα να μου πει την ιστορία της και λυπάμαι γι’ αυτό. Σκόρπια γεγονότα μόνο, και εκείνα μου φαινόταν ότι δεν ήθελε να τα θυμάται.
Η θύμηση που μου έρχεται συχνά στο μυαλό είναι το εικονοστάσι της που ήταν μέσα σε εσοχή στον τοίχο, με το καντηλάκι πάντα αναμμένο, η μυρωδιά της από το πράσινο σαπούνι, το μεράκι της να πάει στους Αγίους Τόπους στα Ιεροσόλυμα για να γίνει χατζήδαινα. Δεν μπόρεσε να το πραγματοποιήσει κι έφυγε μ’ αυτό τον καημό.
Είναι και κάτι ακόμα που θυμάμαι, ίσως ασήμαντο, αλλά παιδί τότε μου έκανε μεγάλη εντύπωση: Τα πολλά ρολόγια που είχε στο σπίτι της. Κάθε φορά που τη ρωτούσα, μου χαμογελούσε γλυκά και μου έλεγε: «Τα αγόρασα γυαρί μου για να μη χάνω τις Πρωτοχρονιές της ζήσης μου». Κάποια βραδιά, αρκετά μεγάλη πια, έμαθα την ιστορία της.
Ήτανε, λέει, μικρά παιδιά αυτή και τα τρία αδέλφια της όταν ήρθαν πρόσφυγες από την Καππαδοκία, τρομαγμένα πουλιά, με την απόγνωση στο βλέμμα. Στερημένη νιότη, τσακισμένα όνειρα. Έμειναν για λίγο στο Ποδοχώρι και έπειτα ορφανά, με κείνο το βλέμμα που είχε το μωβ της απογευματινής συννεφιάς, ήρθαν με την μάνα τους σε κάποιο σπίτι στην Καβάλα κοντά στο Νοσοκομείο. Ένα δω-μάτιο ήταν, με τις κουρελούδες, το φανάρι για τα τρόφιμα, τη λάμπα πετρελαίου, την πήλινη στάμνα που κρατούσε δροσερό το νερό από την κοντινή βρύση της γειτονιάς.
Παραμονή πρωτοχρονιάς περίμεναν την αλλαγή του χρόνου για να γιορτάσουν. Ρολόι δεν υπήρχε και συχνά εκείνη και τ’ αδέλφια της άνοιγαν το παράθυρο για ν’ ακούσουν κάτι από τους γείτονες. Πάγωσαν να περιμένουν. Κάποια στιγμή βγήκε μια γειτόνισσα στο παράθυρο και τους είπε ότι η ώρα είχε πάει δύο. Μ’ ένα στόμα τα παιδιά άρχισαν να τραγουδούν το «πάει ο παλιός ο χρόνος…» ή κά-ποια άλλα κάλαντα, δε τα θυμάμαι πια, ξεσηκώνοντας τους γείτονες που είχαν κοιμηθεί.
«Από τότε», μου τόνισε μ’ ένα πείσμα στο βλέμμα, «είπα ότι το πρώτο που θα αγόραζα μόλις είχα παράδες, θα ήταν ένα ρολόι. Χάσαμε τόσα πολλά και ακριβά, τόσες ζωές, δεν θα χάσω και τις Πρωτοχρονιές μου».
Ένα από εκείνα τα ρολόγια, ένα μεγάλο κουρδιστό ξυπνητήρι, το έχω ακόμη. Εκείνη μετρούσε τις ώρες, εγώ σαν το κοιτώ μετρώ τις πολύτιμες στιγμές που έζησα κοντά της και τότε δεν το γνώριζα.
[Από την εφημερίδα «Μνήμη», φ. 5 (Ιανουαρίου 2011)
του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου