Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΠΕΡΙΚΛΗ

ΘΟΥΚΙΔΙΔΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Β
Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη συνήθεια, τέλεσαν δημόσια την ταφή εκείνων που πρώτοι σκοτώθηκαν σε αυτόν τον πόλεμο. Η ταφή γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο. Φτιάχνουν μια σκηνή κι εκθέτουν τα οστά των νεκρών για δυο μέρες, κι ο καθένας φέρνει στον δικό του κάτι, αν θέλει. Κι όταν έρθει η ώρα της εκφοράς, αμάξια μεταφέρουν κυπαρισσένια φέρετρα, ένα για κάθε φυλή. τα οστά του καθενός είναι μέσα στο φέρετρο της φυλής του. Ένα όμως φέρετρο άδειο, στρωμένο, το μεταφέρουν στα χέρια. είναι των αφανών, εκείνων που τα σώματα δε βρέθηκαν να τα σηκώσουν. Την εκφορά παρακολουθεί όποιος θέλει, πολίτης και ξένος. στον τάφο βρίσκονται και περιμένουν και γυναίκες από το συγγενολόι που στήνουν θρήνο. Τους αποθέτουν λοιπόν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στο πιο ωραίο προάστιο της πόλης και σ’αυτό κάθε φορά θάβουν τους νεκρούς του πολέμου, εκτός από εκείνους που έπεσαν στο Μαραθώνα. εκείνων την παλικαριά την έκριναν ξεχωριστή και τους έκαμαν τον τάφο στον τόπο της μάχης. Κι όταν τους σκεπάσουν με το χώμα, ένας άντρας ορισμένος από την πολιτεία, που και για πολύ συνετό τον ξέρουν κι επιβάλλεται με το κύρος του, λέει γι’αυτούς τον επαινετικό λόγο που ταιριάζει. ύστερα φεύγουν. Έτσι γίνεται η ταφή. κι όσο κρατούσε ο πόλεμος, όσες φορές τους τύχαινε να’χουν νεκρούς, ακολουθούσαν τη συνήθεια. Γι’αυτούς λοιπόν τους πρώτους νεκρούς ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής του Ξανθίππου. Κι όταν ήρθε η ώρα, προχώρησε από τον τάφο σ’ένα βήμα καμωμένο ψηλό, για ν’ακούγεται όσο γινόταν πιο μακριά στο συγκεντρωμένο πλήθος, κι έλεγε στην ουσία τ’ακόλουθα. Οι περισσότεροι απ’αυτούς που έχουν μιλήσει εδώ ως τώρα επαινούν κείνον που πρόστεσε στην καθιερωμένη τελετή το λόγον τούτον, γιατί νομίζουν πως είναι ωραίο να εκφωνείται για να τιμηθούνε στην ταφή τους οι νεκροί των πολέμων. Εγώ θα είχα τη γνώμη πως σε ανθρώπους που δείχτηκαν γενναίοι με έργα, θα’ταν αρκετό με έργα να δειχτούν κι οι τιμές, όπως αυτά που και τώρα βλέπετε ότι ετοιμάστηκαν με τη φροντίδα της πολιτείας γύρω από τούτη την ταφή, και να μην κινδυνεύουν αν γίνουν πιστευτές οι παλικαριές πολλών από ένα μονάχα άντρα, αν μιλήσει καλά ή άσχημα. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με το σωστό μέτρο σε θέμα στο οποίο με πολύ κόπο γίνεται πιστευτό ότι λέει την αλήθεια. Γιατί όποιος ξέρει καλά τα γεγονότα κι είναι ευνοϊκός ακροατής, θα θεωρήσει ίσως ότι λέγονται αυτά κάπως κατώτερα απ’όσα ξέρει και θέλει ν’ακούσει, κι όποιος πάλι δεν τα γνωρίζει, θα νομίσει, από φθόνο, ότι μερικά είναι υπερβολές, αν τύχει κι ακούσει κάτι που ξεπερνά τη δύναμή του. Γιατί οι έπαινοι, όταν λέγονται για άλλους, είναι ανεχτοί μονάχα ως εκεί που καθένας νομίζει ότι κι ο ίδιος είναι ικανός να κάμει κάτι απ’όσα άκουσε. για τα παραπάνω απ’τη δύναμή του, επειδή αμέσως τον πιάνει η ζήλια, δε δίνει πίστη. Αφού όμως οι πρόγονοι έκριναν πως έτσι αυτά είναι καλά, πρέπει κι εγώ, ακολουθώντας τη συνήθεια, να προσπαθήσω να ικανοποιήσω όσο μπορώ πιο πολύ, του καθενός σας την επιθυμία και τη γνώμη. Θα αρχίσω από τους προγόνους πρώτα. είναι αλήθεια, δίκαιο μαζί και ταιριαστό σε τέτοια τελετή να τους δίνεται η τιμή αυτής της μνημόνευσης. Γιατί ζώντας στη χώρα αυτή οι ίδιοι πάντα, η μια γενιά ύστερα απ’την άλλη, χάρη στην αντρεία τους μας την παρέδωσαν ελεύθερη ως σήμερα. Και κείνοι λοιπόν είναι άξιοι για έπαινο κι ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας. αυτοί, κοντά σ’εκείνα που κληρονόμησαν, απόχτησαν την ηγεμονία που έχουμε, όχι χωρίς κόπο, και την άφησαν σ’εμάς τους τωρινούς. Της ηγεμονίας αυτής τη δύναμη με περισσότερο εμείς εδώ, όσοι σήμερα βρισκόμαστε ακόμη κάπου στην ώριμη ηλικία, κι ετοιμάσαμε την πόλη να’χει απόλυτη αυτάρκεια σε όλα και για πόλεμο και για ειρήνη. Αυτών εγώ τα πολεμικά κατορθώματαμε τα οποία αποχτήθηκε το καθένα, ή αν κάποτε εμείς οι ίδιοι ή οι πατέρες μας αποκρούσαμε θαρραλέα κάποιον επιδρομέα βάρβαρο ή Έλληνα, θα τα παραλείψω, γιατί δε θέλω να μακρηγορώ ’ανθρώπους που τα ξέρουν. Ποιες όμως αρχές ακολουθώντας φτάσαμε σ’αυτήν την ακμή και με ποιό πολίτευμα και τρόπο ζωής έγινε η πόλη πιο μεγάλη, αυτά θα παρουσιάσω πρώτα κι ύστερα θα προχωρήσω και στων νεκρών των τωρινών τον έπαινο, γιατί νομίζω πως μια τέτοια ώρα δε θα’ταν άπρεπο να ειπωθούν αυτά, κι ακόμη πως είναι ωφέλιμο όλο το συγκεντρωμένο εδώ πλήθος πολιτών και ξένων να τ’ακούσει. Έχουμε πολίτευμα που δεν αντιγράφει των άλλων τους νόμους, αλλά πιο πολύ είμαστε εμείς παράδειγμα σε μερικούς παρά μιμητές τους. Κι έχει τούτο το πολίτευμα το όνομα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, γιατί δε διοικούν οι λίγοι, αλλά οι περισσότεροι. κι είναι όλοι οι πολίτες μπροστά στους νόμους ίσοι για τις ιδιωτικές τους διαφορές. για την προσωπική όμως ανάδειξη και τις τιμές, καταπώς ξεχωρίζει καθένας σε κάτι προτιμιέται στα δημόσια αξιώματα, πιο πολύ γιατί είναι ικανός παρά γιατί τον ανάδειξε ο κλήρος. ούτε πάλι κάποιος, επειδή είναι φτωχός, κι ενώ μπορεί να κάμει κάτι καλό στην πολιτεία, εμποδίζεται απ’αυτήν την ασήμαντη κοινωνική του θέση. Κι όχι μονάχα στη δημόσια ζωή μας ζούμε ελεύθεροι, αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις είμαστε λυτρωμένοι από την καχυποψία μεταξύ μας και δεν θυμώνουμε με το γείτονά μας, αν κάτι καταπώς τον ευχαριστεί, ούτε παίρνουμε απέναντί του το ύφος του ενοχλημένου, πράγμα που μπορεί βέβαια να μην τον βλάφτει, σίγορα όμως τον στενοχωρεί. Κι ενώ στην ιδιωτική μας ζωή δεν ενοχλούμε ο ένας τον άλλο, στα δημόσια πράγματα δεν κάνουμε παρανομίες από εσωτερική προπάντων παρόρμηση, υπακούοντας στους κάθε φορά άρχοντες μας και στους νόμους, ιδιαίτερα σε κείνους απ’αυτούς που έχουν ψηφιστεί για την προστασία των αδικημένων και σ’όσους, αν κι άγραφοι, όμως φέρνουν ντροπή αναμφισβήτητη στους παραβάτες. Αλλά και για το πνεύμα μας φροντίσαμε και βρήκαμε πάρα πολλούς τρόπους ξεκούρασης, με τη συνήθεια να τελούμε αγώνες και γιορτές απανωτά όλον το χρόνο και να’χουμε, καθένας για τον εαυτό του, τα καλοσυγυρισμένα σπιτικά μας. η καθημερινή ευχαρίστηση που δίνουν αυτά αποδιώχνει τη στεναχώρια. Ακόμη φτάνουν, μια και η πόλη μας είναι τόσο δυνατή, από κάθε γωνιά της γης τα πάντα κι έτσι συμβαίνει εμείς να μη χαιρόμαστε σαν περισσότερο δικά μας τ’αγαθά της χώρας μας απ’ό,τι κείνα των άλλων ανθρώπων. Διαφέρουμε απ’τους αντιπάλους μας και στη μελέτη των πολεμικών στ’ακόλουθα. Την πόλη μας την έχουμε ανοιχτή σ’όλους και ποτέ με ξενηλασίες δεν εμποδίζουμε κάποιον να δει ή ν’ακούσει κάτι, που αν δεν έμενε κρυφό και το ‘βλεπε κάποιος εχθρός θα μπορούσε να ωφεληθεί, γιατί πιο πολύ στηριζόμαστε όχι στις ετοιμασίες και στα στρατηγήματα παρά στην προσωπική μας ευψυχία την ώρα της δράσης. Και στην ανατροφή, ενώ εκείνοι, με επίπονες ασκήσεις, από παιδιά ακόμη κυνηγούν την αντρεία, εμείς, μόλο που ζούμε άνετα, βαδίζουμε μ’όχι λιγότερο θάρρος στους ίδιους κινδύνους. Και να η απόδειξη. οι Λακεδαιμόνιοι δεν εκστρατεύουν μονάχοι τους στη χώρα μας, αλλά μ’όλους τους συμμάχους τους, ενώ εμείς μονάχοι εισβάλλουμε στη χώρα των άλλων και, μ’ όλο που πολεμούμε σε ξένη γη, χωρίς δυσκολία, τις περισσότερες φορές, νικούμε αυτούς που υπερασπίζουν τα σπίτια τους. Και συγκεντρωμένη τη δύναμή μας κανείς εχθρός ως τώρα δεν αντιμετώπισε, γιατί εμείς, ταυτόχρονα, και το ναυτικό φροντίζουμε και στη στεριά στρατό, σε πολλά μέρη, από μας τους ίδιους στέλνουμε. Κι αν κάπου οι εχθροί συγκρουστούν με κανένα μικρό μας τμήμα, αν νικήσουν μερικούς από μας, καυχιούνται πως μας απόκρουσαν όλους, αν πάλι νικηθούν, λένε πως νικήθηκαν απ’όλους μας μαζί. Κι όμως, αν έχουμε τη θέληση ν’αντικρίζουμε τον μελα παρά μ’επίπονες ασκήσεις, και με αντρεία που δεν την επιβάλλει τόσο ο νόμος όσο ο τρόπος της ζωής μας, μας μένει το κέρδος και να μην καταπονιόμαστε απ’τα πριν για τα μελλοντικά δεινά κι όταν έρθουμε σ’αυτά να μη δειχνόμαστε κατώτεροι στην τόλμη από κείνους που αδιάκοπα μοχθούν. Και γι’αυτά η πόλη μας αξίζει να τη θαυμάζει κανείς κι ακόμη για άλλα. Αγαπούμε το ωραίο στην απλότητα, αγαπούμε τα γράμματα χωρίς να καταντούμε μαλθακοί. (Φιλοκαλούμεν δε μετ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας). Τον πλούτο πιο πολύ τον έχουμε σαν ευκαιρία για έργα παρά σαν αφορμή για καυχησιές. τη φτώχεια του να παραδέχεται κανείς δεν είναι ντροπή. μεγαλύτερη ντροπή είναι να μην πασχίζει με τη δουλειά να γλιτώσει απ’αυτήν. Μπορούμε οι ίδιοι να φροντίζουμε για τις δικές μας υποθέσεις και μαζί για τις δημόσιες και μόλο που καθένας μας είναι απασχολημένος με τη δουλειά του, άλλος τούτη άλλος κείνη, δεν είμαστε γι’αυτό λιγότερο κατατοπισμένοι και στα πολιτικά. Γιατί μονάχοι εμείς αυτόν που δεν παίρνει καθόλου μέρος σ’αυτά τον θεωρούμε όχι φιλήσυχο, αλλά άχρηστο, κι εμείς οι ίδιοι ή κάνουμε ορθές σκέψεις και προτάσεις πάνω στις υποθέσεις της πολιτείας ή, τουλάχιστον, παίρνουμε σωστές αποφάσεις γι’αυτές, γιατί δε νομίζουμε πως τα λόγια βλάφτουν τα έργα, αλλά ότι πιο πολύ βλάφτει να μη διαφωτιστούμε πιο μπροστά με το λόγο για τα όσα πρέπει να κάνουμε. Γιατί και σε τούτο, αλήθεια, ξεχωρίζουμε, ώστε οι ίδιοι και πολύ τολμηροί να’μαστε και πολύ να συλλογιζόμαστε όσα θα επιχειρήσουμε. ως προς αυτό, στους άλλους η άγνοια φέρνει τόλμη απερίσκεπτη κι η γνώση δισταγμό (αμάθεια μεν θράσος, λογισμός δε όκνον φέρει). Και πιο δυνατή ψυχή δίκαια θα λογαριαστεί πως έχουν εκείνοι που ξέρουν πεντακάθαρα και τα φοβερά και τα ευχάριστα κι όμως γι’αυτό δεν προσπαθούν ν’αποφύγουν τους κινδύνους. Και στην εκδήλωση φιλικής διάθεσης απέναντι στους άλλους, είμαστε αντίθετοι με τους πολλούς, γιατί αποχτούμε τους φίλους μας όχι με το να μας ευεργετούν αλλά με το να τους ευεργετούμε (ου γαρ πάσχοντες ευ, αλλα δρώντες κτώμεθα φίλους). Κι είναι ο ευεργέτης φίλος πιο σταθερός, γιατί προσπαθεί να διατηρεί τη χάρη που του χρωστιέται με τη συμπάθειά του σ’αυτόν που έχει κάμει το καλό, ενώ κείνος που χρωστάει χάρη είναι λιγότερο πρόθυμος, επειδή ξέρει ότι την καλοσύνη του θα την κάμει όχι για να του χρωστούν χάρη, αλλά για να ξοφλήσει χρέος. Και μονάχοι εμείς βοηθούμε άφοβα τους άλλους, όχι τόσο από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς όσο από τις άδολες φιλελεύθερες πεποιθήσεις μας. Συνοψίζοντας λέω ότι και η πόλη μας στο σύνολό της, είναι η παιδευτική εστία της Ελλάδας και καθένας από μας, ο ίδιος άντρας, έχω τη γνώμη πως θα μπορούσε, με την πιο μεγάλη άνεση και χάρη, να παρουσιάσει τον εαυτό του ολοκληρωμένο σε πάρα πολλές εκδηλώσεις της ζωής. Κι ότι αυτά που λέω δεν είναι καυχησιές για την περίσταση, αλλά πραγματική αλήθεια, το φανερώνει η ίδια η δύναμη της πόλης μας που την αποχτήσαμε με αυτούς τους τρόπους ζωής. Γιατί μονάχη αυτή, από της τωρινές πόλεις, στη δοκιμασία αποδείχνεται ανώτερη από τη φήμη της, και μονάχη αυτή, ούτε στους εχθρούς που ήρθαν εναντίον της δίνει αφορμή να αγαναχτήσουν από ποιούς κακοπαθούν, ούτε στους υπηκόους να παραπονεθούν ότι τάχα τους κυβερνούν ανάξιοι. Και επειδή παρουσιάσαμε τη δύναμή μας με μεγάλα σημάδια, κι όχι, αλήθεια, δίχως μάρτυρες, κι οι σύγχρονοι κι οι μεταγενέστεροι θα μας θαυμάζουν, χωρίς να’χουμε καθόλου ανάγκη ούτε από έναν Όμηρο για να μας υμνήσει, ούτε από κανέναν άλλο που με τα λόγια του για μια στιγμή θα τέρψει, την ιδέα όμως που σχηματιζόταν για τα έργα μας θα’ρχόταν να τη ζημιώσει αργότερα η πραγματική αλήθεια. Εξαναγκάσαμε κάθε στεριά και θάλασσα να ανοίξει διάβα στην τόλμη μας και στήσαμε παντού μνημεία αθάνατα, μαζί για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες μας. Για μια τέτοια λοιπόν πόλη κι αυτοί εδώ, έχονας τη δίκαιη απαίτηση να μην τη στερηθούν, πολέμησαν γενναία και σκοτώθηκαν, κι από μας που μένουμε καθένας είναι φυσικό να θέλει να υποφέρει οτιδήποτε για χάρη της. Γι’αυτό ακριβώς και μίλησα πλατιά για την πόλη, γιατί ήθελα και να σας διαφωτίσω πως δεν αγωνιζόμαστε για τα ίδια πράγματα εμείς κι όσοι δεν έχουν τίποτε παρόμοιο μ’αυτά, και ταυτόχρονα να στηρίξω σε φανερές αποδείξεις τον έπαινο αυτών για τους οποίους τώρα μιλώ. Και πραγματικά έχει ειπωθεί από μένα του επαίνου τούτου το πιο μεγάλο μέρος. γιατί με όσα εγώ την πόλη ύμνησα, τα κατορθώματα αυτών εδώ και των ομοίων τους τη στόλισαν. και για λίγους Έλληνες, όπως γι’αυτούς εδώ, θα φαινόταν ο έπαινος ισόβαρος με τα έργα τους. Και νομίζω πως ο τωρινός θάνατος αυτών εδώ φανερώνει την αντρεία τους είτε τούτος είναι το πρώτο μήνυμά της είτε η τελευταία επισφράγησή της. Γιατί, αλήθεια, σε κείνους που στ’άλλα φαίνονται κάπως κατώτεροι, είναι δίκαιο, η παλικαριά που δείχνουν στους πολέμους για την πατρίδα να μπαίνει μπροστά και να τα σκεπάζει όλα. γιατί με την αντρεία τους εξαφάνισαν τ’άλλα κακά, κι έτσι, όλοι μαζί, πιο πολύ ωφέλησαν παρά ο καθένας, με τα ατομικά σφάλματά του, έβλαψε. Απ’αυτούς εδώ τους νεκρούς όμως, κανείς, ούτε πλούσιος προτίμησε να χαίρεται κι άλλο τα πλούτη και δείχτηκε δειλός, ούτε φτωχός, με την ελπίδα που δίνει η φτώχεια, πως μπορεί μελλοντικά να γλιτώσει απ’αυτήν και να γίνει πλούσιος, προσπάθησε να αναβάλει τη συμφορά. αντίθετα, έκριναν πως πιο ποθητή απ’αυτά είναι η τιμωρία των εχθρών και μαζί νόμισαν ότι αυτός ο κίνδυνος είναι ο πιο ωραίος, κι έτσι θέλησαν, αντιμετωπίζοντάς τον, τούτους να τους εκδικηθούν, εκείνα να τα επιθυμούν. Για το άγνωστο της επιτυχίας του αγώνα βασίστηκαν στην ελπίδα, γι’αυτό όμως που αντιμετώπισαν στην πράξη θεώρησαν χρέος τους να βασιστούν στον εαυτό τους. Και μέσα πια σ’αυτόν τον κίνδυνο προτίμησαν να αγωνιστούν και να πεθάνουν παρά να υποχωρήσουν και να σωθούν, κι έτσι την ντροπή να τους λένε δειλούς απόφυγαν, βάσταξαν όμως τον αγώνα, δίνοντας τη ζωή τους, και πάνω σε μιαν ελάχιστη στιγμή, κείνην ακριβώς που κρινόταν η τύχη τους, γλίτωσαν όχι από το φόβο, πιο πολύ απ’την ιδέα του φόβου. Κι αυτοί εδώ, αλήθεια, σαν άξια παιδιά της πόλης, τέτοιοι δείχτηκαν. όσοι όμως μένουμε πρέπει βέβαια να ευχόμαστε να’χουμε καλύτερη τύχη, να θεωρούμε όμως χρέος μας να μην έχουμε καθόλου πιο άτολμο φρόνημα απένατι στους εχθρούς, λογαριάζοντας όχι μονάχα με το νου την ωφέλεια από την αντρεία, για την οποία, μόλο που την ξέρετε οι ίδιοι καλά, θα μπορούσε κανείς να μακρολογά, αναφέροντας πόσα καλά υπάρχουν στο ν’αντιστέκεσαι στους εχθρούς, αλλά πιο πολύ θωρώντας κάθε μέρα στην πράξη τη δύναμη της πόλης κι αγαπώντας τη με πάθος. κι όταν σας φανεί ότι είναι μεγάλη, να συλλογίζεστε πως αυτά τ’απόχτησαν άντρες τολμηροί που ήξεραν το χρέος τους κι είχαν φιλότιμο την ώρα της δράσης. κι αν καμιά φορά αποτύχαιναν σε κάποια προσπάθειά τους, όμως γι’αυτό δεν έκριναν άξιο να στερήσουν την πόλη απ’τη δική τους αντρεία, αλλά την πρόσφεραν σ’αυτή σαν την πιο ωραία συνεισφορά τους. Γιατί προσφέροντας όλοι μαζί τη ζωή τους, έπαιρναν ξεχωριστά ο καθένας τον αγέραστο έπαινο και τον πιο λαμπρό τάφο, όχι τόσο αυτόν που κείτονται, όσο κείνον στον οποίο η δόξα τους μένει και μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται, είτε πρόκειται για λόγο είτε για δράση. Γιατί των μεγάλων αντρών τάφος είναι όλη η γη και σημάδι της ύπαρξής τους δεν είναι μονάχα η επιγραφή μιας στήλης στην πατρίδα τους, αλλά και στις ξένες χώρες, μες στην ψυχή καθενός. ζει άγραφη θύμηση, πιο πολύ για την απόφασή τους παρά για το έργο τους. Αυτοί λοιπόν εδώ, αφού σας γίνουν τώρα παράδειγμακαι σκεφτείτε πως ευτυχία σημαίνει ελευθερία και ελευθερία σημαίνει αντρεία, να μην δειλιάζεται μπροστά στους κινδύνους του πολέμου. Γιατί δε θα’ταν και τόσο δίκαιο να μη λογαριάζουν τη ζωή τους, όσοι δυστυχούν και δεν ελπίζουν σε κανένα καλό, αλλά όσοι στη ζωή που τους μένει κινδυνεύουν να πέσουν απ’την ευτυχία στη δυστυχία, και που γι’αυτούς η διαφορά θα είναι εξαιρετικά μεγάλη, αν συμβεί και αποτύχουν.Γιατί σ’έναν άντρα με φρόνημα, είναι πιο πικρή η ταπείνωση που ακολουθεί τη δειλία, παρά ο θάνατος που έρχεται χωρίς να τον νιώσει σε στιγμή δύναμης και κοινής ελπίδας. Γι’αυτό και τους γονείς των τωρινών νεκρών, όσοι βρίσκεσται εδώ τόσο δε σας κλαίω όσο θέλω να σας παρηγορήσω. Ξέρουν πια καλά πως τη ζωή τους την πέρασαν μέσα σε λογιών αλλαγές της τύχης. κι ευτυχία είναι όσοι βρουν το πιο τιμημένο τέλος, όπως σήμερα αυτοί εδώ, ή την πιο τιμημένη λύπη, όπως σεις, κι όσων απ’τη μοίρα η ζωή μετρήθηκε έτσι, ώστε να είναι καλότυχοι όσο ζουν και να τους βρει ένας ωραίος θάνατος να συμπέσουν. Ξέρω, αλήθεια, πως είναι δύσκολο μ’όσα είπα να σας πείσω γι’αυτούς, που πολλές φορές θα’χετε αφορμή να τους θυμάστε στις χαρές των άλλων, χαρές τις οποίες και σεις κάποτε χαιρόσαστε. και λυπάτε κανείς όχι αν δεν έχει αγαθά που δεν τα δοκίμασε, αλλά αν κάτι που το έχει συνηθίσει κατόπιν το χάσει. Πρέπει όμως να δείχνετε εγκαρτέρηση και με την ελπίδα απόχτησης άλλων γιων, όσοι ακόμη είστε σε ηλικία να κάνετε παιδιά. γιατί και ατομικά οι γιοι που θα γεννηθούν κατόπι θα κάμουν μερικούς να ξεχάσουν αυτούς που δεν υπάρχουν, και στην πόλη θα είναι αυτό ωφέλιμο διπλά, και γιατί δε θα ερημώνεται και γιατί θα είναι ασφαλής. Γιατί δεν είναι δυνατό να αποφασίζουν για την πόλη ορθά και δίκαια όσοι δεν κινδυνεύουν σαν τους άλλους προσφέροντας κι αυτοί το ίδιο παιδιά. Όσοι πάλι είστε περασμένης ηλικίας, και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας που ζήσατε ευτυχισμένοι να το θαρρείτε κέρδος και το υπόλοιπο ότι θα είναι μικρό, και να ανακουφίζεστε με τη δόξα αυτών εδώ. Γιατί μονάχα η αγάπη για τις τιμές δεν γερνάει ποτέ, και στ’άχρηστα γηρατειά μεγαλύτερη τέρψη δε δίνει, όπως λένε μερικοί, το κέρδος, αλλά οι τιμές. Για τους γιους πάλι των νεκρών, όσοι βρίσκεσται εδώ, ή για τους αδελφούς βλέπω πιο δύσκολο τον αγώνα (γιατί κείνον που δεν υπάρχει, καθένας συνηθίζει να τον παινεύει) και με δυσκολία, αν δείξετε υπέρμετρη αντρεία, μπορεί να σας κρίνουν όχι όμοιους, αλλά λίγο κατώτερους. Γιατί οι ζωντανοί φθονούν τους ανταγωνιστές τους, ενώ κείνους που δεν τους στέκονται πια εμπόδιο τους τιμούν με αδιαφιλονίκητη εύνοια. Αν είναι ανάγκη να κάμω κάποια μνεία και για την αρετή των γυναικών, όσες τώρα θα μείνουν χήρες, θα πω ό,τι πρέπει με μια σύντομη παραίνεση. να μη δειχτείτε κατώτερες από τη γυναικεία σας φύση, μεγάλη θα είναι η δόξα σας, το ίδιο και για όποιαν θα μιλάνε οι άντρες ανάμεσά τους όσο γίνεται λιγότερο, είτε για να την παινέψουν είτε για να την κατηγορήσουν. Είπα κι εγώ, σύμφωνα με τη συνήθεια, όσα είχα κατάλληλα και με έργα, αυτοί που τάφηκαν, από τη μια τιμήθηκαν, απ’την άλλη τα παιδιά τους, από σήμερα κι ώσπου να γίνουν έφηβοι, η πόλη με δημόσια δαπάνη θ’αναθρέψει, προβάλλοντας έτσι ως βραβείο στους τέτοιους αγώνες ένα ωφέλιμο στεφάνι και για τους νεκρούς τούτους και για όσους μένουν. γιατί όπου υπάρχουν νομοθετημένα έπαθλα πολύ μεγάλα για την αντρεία, εκεί ζουν κι άριστοι πολίτες. Και τώρα, αφού καθένας αποτελειώσει το θρήνο του δικού του, ας πάτε στα σπίτια σας.»
[34 ]
πολέμων, πλήν γε τοὺς ἐν Μαραθῶνι· ἐκείνων δὲ διαπρεπῆ τὴν ἀρετὴν κρίναντες αὐτοῦ καὶ τὸν τάφον ἐποίησαν. ἐπειδὰν δὲ κρύψωσι γῇ, ἀνὴρ ᾑρημένος ὑπὸ τῆς πόλεως, ὃς ἂν γνώμῃ τε δοκῇ μὴ ἀξύνετος εἶναι καὶ ἀξιώσει προήκῃ, λέγει ἐπ' αὐτοῖς ἔπαινον τὸν πρέποντα· μετὰ δὲ τοῦτο ἀπέρχονται. ὧδε μὲν θάπτουσιν· καὶ διὰ παντὸς τοῦ πολέμου, ὁπότε ξυμβαίη αὐτοῖς, ἐχρῶντο τῷ νόμῳ. ἐπὶ δ' οὖν τοῖς πρώτοις τοῖσδε Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν. καὶ ἐπειδὴ καιρὸς ἐλάμβανε, προελθὼν ἀπὸ τοῦ σήματος ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδε.
᾿Εν δὲ τῷ αὐτῷ χειμῶνι ᾿Αθηναῖοι τῷ πατρίῳ νόμῳ χρώμενοι δημοσίᾳ ταφὰς ἐποιήσαντο τῶν ἐν τῷδε τῷ πολέμῳ πρώτων ἀποθανόντων τρόπῳ τοιῷδε. τὰ μὲν ὀστᾶ προτίθενται τῶν ἀπογενομένων πρότριτα σκηνὴν ποιήσαντες, καὶ ἐπιφέρει τῷ αὑτοῦ ἕκαστος ἤν τι βούληται· ἐπειδὰν δὲ ἡ ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς ἑκάστης μίαν· ἔνεστι δὲ τὰ ὀστᾶ ἧς ἕκαστος ἦν φυλῆς. μία δὲ κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, ο῏ ἂν μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν. ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος καὶ ἀστῶν καὶ ξένων, καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαι ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι. τιθέασιν οὖν ἐς τὸ δημόσιον σῆμα, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ καλλίστου προαστείου τῆς πόλεως, καὶ αἰεὶ ἐν αὐτῷ θάπτουσι τοὺς ἐκ τῶν
[35 ]
'Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι. χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ' ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
[36 ]
πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν.
'῎Αρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι' ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ ῞Ελληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ' αὐτὰ καὶ μεθ' οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας
[37 ]
'Ξρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ' ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ' ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ' αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ' ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι' ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ' ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ' ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
[38 ]
'Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ' ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
[39 ]
ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις.
'Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ' ἑαυτούς, μεθ' ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ' ἁπάντων
[40 ]
'Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμεθα, καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ' ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι· ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοι δ' ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς· οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι' εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ' ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.
[41 ]
πόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.
'Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς ῾Ελλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ' ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ' ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ' ἂν εἴδη καὶ μετὰ χαρίτων μάλιστ' ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει ὑφ' οἵων κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ' ἀξίων ἄρχεται. μετὰ μεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε ῾Ομήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀίδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖν
[42 ]
'Δι' ὃ δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τῆς πόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδε μηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ' οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα· ἃ γὰρ τὴν πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶν τοιῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂν πολλοῖς τῶν ῾Ελλήνων ἰσόρροπος ὥσπερ τῶνδε ὁ λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέ μοι δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τε μηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα ἡ νῦν τῶνδε καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλα χείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι· ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶς μᾶλλον ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν. τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτι ἀπόλαυσιν προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτε πενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴν πλουτήσειεν, ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίαν ποθεινοτέραν αὐτῶν λαβόντες καὶ κινδύνων ἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντες ἐβουλήθησαν μετ' αὐτοῦ τοὺς μὲν τιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν ἐπιτρέψαντες, ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφίσιν αὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἢ [τὸ ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸ μὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ' ἔργον τῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι' ἐλαχίστου καιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢ τοῦ δέους ἀπηλλάγησαν.
[43 ]
ἄγραφος μνήμη παρ' ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ' ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ' οἷς ἡ ἐναντία μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ {[ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος.
'Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ' ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ' ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ
[44 ]
'Δι' ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ παραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ' εὐτυχές, ο῏ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν, ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲ λύπης, καὶ οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε ὁ βίος ὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶ πολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ αὐτοὶ ἠγάλλεσθε· καὶ λύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενος ἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ' οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθαι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ οἷόν τε ἴσον τι ἢ δίκαιον βουλεύεσθαι ο῏ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ' αὖ παρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺν ἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι. [45 ] παισὶ δ' αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν καθ' ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ' ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ' ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ.
[46 ]
τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε
'Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν

Ο επιτάφιος λόγος του Περικλή

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Εισηγήσεις 2ου Πανγεροντιανού Συμποσίου

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑ  “ΔΙΔΥΜΑΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ”

Και όμως ριζώσαμε…….

Παρουσίαση εισηγήσεων  στο 2ο Πανγεροντιανό Συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε στις 26 -27 Μαρτίου 2011

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011
1.       Η επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων και ο πρόεδρος της πρέσβης των ΗΠΑ
Μαλκίδης Φάνης, Διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών
2.       Από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στον Γέροντα Καβάλας – Τα δύσκολα χρόνια του Μεσοπολέμου , Βαρυπάτης  Στέλιος, έφορος αρχειακού υλικού συλλόγου
3.       Αρχείο συλλόγου. Περιπλάνηση στον κόσμο της πληροφορίας , προοπτικές και σημαντικότητα υλικού, Ματζιουράνη Μαρία (ιστορικός – αρχειοθέτης) – Βαρυπάτης Στέλιος
4.       Η μουσική , τα τραγούδια και τα γλέντια των Γεροντιανών προσφύγων σε όλη την Ελλάδα , Αριστογείτων Κώτσας
5.       Αποκατάσταση των Γεροντιανών προσφύγων στην Πάρο , παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στην Πάρο μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
6.       Αποκατάσταση Γεροντιανών προσφύγων στο Ηράκλειο Κρήτης παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στο Ηράκλειο,  μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
7.       Αποκατάσταση Γεροντιανών προσφύγων στη Λέρο, παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στη Λέρο,  μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
8.       Αποκατάσταση Γεροντιανών προσφύγων στη Κω, παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στη Κω,  μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
9.       Αποκατάσταση Γεροντιανών προσφύγων στη Σάμο, παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στη Σάμο,   μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
Κυριακή 27 Μαρτίου 2011
1.                  Η αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων στο Νομό Καβάλας. Εποικισμός – στέγαση – γεωργικός κλήρος , Λυκουρίνος Κυριάκος (ιστορικός – προϊστάμενος Γ.Α.Κ Ν. Καβάλας)
2.                  Αποκατάσταση των Γεροντιανών προσφύγων στην επαρχία Νέστου Καβάλας – Ζαρκαδιά παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στη Ζαρκαδιά   μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
3.                  Αποκατάσταση των Γεροντιανών προσφύγων στη  Νάξο, παρουσίαση από Γεροντιανό του νησιού των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στη Νάξο μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
4.                  Αποκατάσταση των Γεροντιανών προσφύγων στη Θήβα, παρουσίαση από Γεροντιανό  των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στη Θήβα  μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
5.                  Αποκατάσταση των Γεροντιανών προσφύγων στην Αττική, παρουσίαση από Γεροντιανό  των συνθηκών εγκατάστασης και ριζώματος των προσφύγων από τον Γέροντα Μικράς Ασίας στην Αττική  μέσα από προσωπικές αφηγήσεις Γεροντιανών πρώτης και δεύτερης γενιάς  
6.                  Η εγκατάσταση των προσφύγων της Μ. Ασίας 1923 -1927 και η καλλιέργεια του καπνού , Κώτσα Καλλίοπη - Δημόσια Υπάλληλο
7.                  Πρόσφυγες στην Καβάλα του Μεσοπολέμου – Υγιεινή και περίθαλψη των προσφύγων , Τανή Σοφία – Εκπαιδευτικό
8.                  Γεροντιανοί Λογοτέχνες , Χατζηφωτεινός Κωστής - Συγγραφέας


Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Μπεκτασιμός


Με αφορμή συζητήσεις με φίλους για το Ντεντέ Ντάγ (Αγιοβούνι) θέλησα να καταγράψω κάποιες πρώτες πληροφορίες για το τάγμα των Μπεκτασίδων καθώς σύμφωνα με αναφορές περιηγητών (Εβλιγιά Τσελεμπή) στο Αγιοβούνι υπήρξε Μπεκτασίδικο μοναστήρι στα ερείπια του οποίου ακόμη και σήμερα κάποιοι Αλβανοί ή πομάκοι βοσκοί ανάβουν κεριά σε ένδειξη ευλάβειας.
1.       Δύο τάγματα οι Μελαμήδες (αυστηρό τάγμα) και οι Καλεντέρηδες (διέφθειραν τα μουσουλμανικά ήθη) γνώριζαν την αποδοκιμασία των Σουνιτών Μουσουλμάνων οι οποίοι τους κατηγορούσαν για τη χαλαρή ηθική τους και τη μη τήρηση των θρησκευτικών τύπων που επέβαλε το κοράνι.
2.       Μετά τη πτώση της Πόλης και κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο υπήρξε περίοδος που τα θρησκευτικά τάγματα ανέρχονταν σε 150.
3.       Μπεκτασήδες – μυστικό φιλοσοφικό τάγμα των μοναχών Δερβίσηδων (πτωχών) με ιδρυτή τον Μπεκτάς και ανήκαν στην αίρεση των Αλεβίδων
4.       Οι αδικίες σε βάρος των συγγενών του Μωάμεθ μετά τον θάνατο του οδήγησαν τον μουσουλμανικό κόσμο σε δυο μεγάλες υποδιαιρέσεις: τους Σιϊτες (πιστοί στους συγγενείς του Μωάμεθ) και τους Σουνίτες (οι ορθώς πιστεύοντες – οι «οορθόδοξοι» θα λέγαμε  
5.       Οι παραπάνω τύποι μοναχών (παράγραφος 1) δεν είναι οι μόνοι καθώς υπήρξαν και οι φακήρ (πτωχοί) εκ της αραβικής λέξεως και οι Δερβίσηδες (ολιγαρκείς) περσικής προέλευσης.
6.       Ενώ το κοράνι απαγόρευε τη λατρεία των αγίων εντούτοις ο απλός λαός τιμούσε τους αγίους (εβλιγιά) ενώ οι τάφοι τους (τουρμπέδες) αποτελούσαν τόπο προσκυνήματος από τον απλό λαό.  
7.       Κοινό στοιχείο μεταξύ όλων των μουσουλμανικών θρησκευτικών ταγμάτων αποτελούσε η θεωρία του υλισμού η οποία δίδασκε ότι ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να γνωρίσει το Θεό αφού η εσωτερική του ουσία παραπέμπει σε πνευματικό ον και ως εκ τούτου μπορεί να γνωρίσει το παγκόσμιο πνεύμα , το Θείο. Διακηρύσσει ότι είναι η βάση και η σύνθεση όλων των αληθειών που είναι κοινές σε όλες τις θρησκείες. Συνοψίζοντας , η ενότητα της ύπαρξης , ο μονοθεϊσμός , δηλαδή η πίστη και η λατρεία ενός Θεού.
8.       Σε ότι αφορά τον Μπεκτασισμό αποτέλεσε το σπουδαιότερο μυστικό φιλοσοφικό των μοναχών Δερβίσηδων (πτωχών). Για την εξάπλωση του Ισλάμ ως θρησκεία δεν χρειάζονταν μακρά περίοδο κατήχησης. Αρκούσε ο κατηχούμενος να πει τη φράση: Δεν υπάρχει άλλος Θεός, ο δε Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. Το μέτρο αυτό επέδρασε δραστικά υπέρ της εξάπλωσης του Ισλάμ.
9.       Οι χωρικοί της Ανατολής και οι Τουρκομάνοι όμως δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τα περίπλοκα κηρύγματα των ιεραποστόλων του Ισλάμ. Έτσι οι ουλεμάδες (άραβες ως επί τω πλείστον θεολόγοι) προτιμούσαν  να κινούνται και να διδάσκουν πέριξ των πόλεων όπου το ακροατήριο τους μπορούσε να κατανοήσει το περίπλοκο από άποψεως διατυπώσεων και δογμάτων κήρυγμα τους.
10.   Ο κατώτερος βαθμός στα μπεκτασίδικα τάγματα ήταν ο Δερβίσης , έπειτα ο Ντεντέ και ο μεγαλύτερος ήταν ο Μπαμπά. Σε ότι αφορά το μέγιστο επί της γης ιερό των Μπεκτασήδων αυτός είναι ο Αυθέντης Τσελεμπής (Τσελεμπή Εφέντη).
11.   Στις γιορτές τους μεγάλη σημασία αποδίδουν στη λυχνοκαϊα και στο άναμμα κεριών εξαιτίας και της επίδρασης τους από τον χριστιανισμό.
12.   Οι προγραφές του Σουλτάνου Σελίμ του Τρομερού και η εξόντωση των γενιτσάρων από τον Σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄ έπληξαν καίρια τον Μπεκτασισμό.
(Τις πληροοφορίες αυτές άντλησα από το βιβλίο του Βλαδίμηρου Μιρμιρόγλου , εκδόσεις Εκάτη, ά έκδοση 12-7-1940 , Κωνσταντινούπολη)  

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Ελύτης - Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική

Αίγινα Ναός της Αφαίας - Φωτογραφίες

Τη Γλώσσα Μου Έδωσαν Ελληνική

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι...
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..

Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια
στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα ,
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστος Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων!
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!..

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΑΣ


Ναός  Ηφαίστου & Αθηνάς
Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011
Ενόψει  της σημερινής συνεδρίασης του ΚΑΣ για την τύχη του βωμού των 12 θεών της αγοράς των Αθηνών οι σκέψεις μου υπό την μορφή ανοιχτής επιστολής.

Αξιότιμα μέλη του ΚΑΣ,

       Δεν θα σας προσβάλω επιχειρηματολογώντας υπέρ της σημαντικής αρχαιολογικής και ιστορικής αξίας του συγκεκριμένου ευρήματος και της περιοχής καθώς την γνωρίζετε καλύτερα από εμένα.
       Για να είμαι ειλικρινής νοιώθω και άβολα να προασπίζομαι την σωτηρία και ανάδειξη του βωμού των 12 θεών και της αρχαιολογικής περιοχής που χάνεται κάτω από τις ράγες του σιδηροδρόμου, καθώς αυτό θα έπρεπε να είναι το δικό σας μέλημα. Ως απλός πολίτης θα περίμενα να διδαχθώ από εσάς, θα περίμενα να πρωτοστατείτε σε κάθε προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης του μοναδικού πολιτισμού μας, πράττοντας το αυτονόητο για την θέση σας, που είναι η αξιακή τοποθέτηση του πολιτισμού πάνω από κάθε άλλο πρόσκαιρο συμφέρον ή πρόβλημα.
      Δυστυχώς και με μεγάλη θλίψη παρατηρώ την απουσία σας από αυτό το σκοπό καθ’ όλη την διάρκεια απ' όταν το ζήτημα προέκυψε.
Μάλιστα από την πρώτη στιγμη, κρίνοντας τουλάχιστον από τις θέσεις που εξέφρασε η κ. Μενδόνη είτε σε συνεντεύξεις της είτε με προώθηση προς δημοσιογράφους, τις οποίες δεν ξέρω αν αποδέχονται όλα τα μέλη, το όλο θέμα φαίνεται να μην τέθηκε ποτέ υπό συζήτηση, αφού αντίθετα με το ρόλο της, εξ’ αρχής θεώρησε το θάψιμο του βωμού και των άλλων πιθανών ευρημάτων ειλημμένη απόφαση και αρκέστηκε σε μια προώθηση όλων των αντιθέτων αίολων επιχειρημάτων περί ταλαιπωρίας του επιβατικού κοινού και κόστους της όποιας σωστής λύσης. Βλέποντας αυτή την ταύτιση με την αρχική πρόθεση του ΗΣΑΠ πραγματικά αναρωτιέμαι για τον ρόλο του ΚΑΣ.
      Βέβαια γνωρίζω πως το έργο σας είναι πολύ σοβαρό και είστε αναγκασμένοι συχνά να παίρνετε πολύ δύσκολες αποφάσεις. Όμως νομίζω πως παρ’ όλη την πίεση που μπορεί να δέχεστε, παρ’ όλη την δυσκολία μιας απόφασης, αυτή πρέπει να στοχεύει στην προάσπιση των πολιτισμικών μας αγαθών τα οποία είναι και από τα λίγα αγαθά που παγκοσμίως ‘παράγει’ η χώρα μας. Αγαθά που ειδικά αυτήν την ώρα της κρίσης θα έπρεπε να προάγουμε.
Αυτά τα αγαθά είναι που καλούμαστε να καλλιεργήσουμε, να αγκαλιάσουμε και να αναδείξουμε ακόμα και για οικονομικούς λόγους καθώς τα μακροπρόθεσμα οφέλη είναι πολύ περισσότερα από την όποια σημερινή και περαστική δυσκολία.
       Σεβόμενος τις γνώσεις σας και το έργο σας, θα ήθελα να κάνω την εξής παράκληση ως απλός πολίτης και ως άνθρωπος που ακολουθεί τις θρησκευτικές πρακτικές των προγόνων μας.
Στο όνομα της αγνής πνευματικότητας που μπορούν να επιδείξουν όλοι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σας παρακαλώ να αφουγκραστείτε.
-   Να αφουγκραστείτε τους αμέτρητους πρόγονούς μας που τιμούσαν τον βωμό ως ιερό.
- Τους αμέτρητους προγονούς μας που προσέφυγαν σε αυτόν ικέτες
- Τα χιλιάδες χρόνια που αυτό το ιερό καρτερικά περίμενε θαμμένο
- Την θρησκευτική του σημασία ως ιερού ομφαλού της πόλης μας
-    Και τους χιλιάδες συμπολίτες σας που σήμερα σε αυτό το βωμό αναγνωρίζουν το ιερό και το αγκαλιάζουν ως ένα μέγα σύμβολο.
Σύμβολο μιας Ελλάδας που έχοντας σταθερά ριζωμένα τα πόδια μες την γη του παρελθόντος, στέκεται ψηλά ατενίζοντας με ελπίδα τον ήλιο του μέλλοντος.
      Γιατί δεν είναι απλά ένα αρχαιολογικό εύρημα αυτό που θάβουμε. Θάβουμε το σέβας και την μνήμη μας, θάβουμε ένα ιερό, ένα σύμβολο και την ελπίδα όλων μας για ένα καλύτερο μέλλον.
Θεωρώ αδύνατο να πιστεύει κανείς πραγματικά πως η κατάχωση θα είναι προσωρινή. Εξ’ άλλου δεν γνωρίζω καμιά περίπτωση που να επανήλθε το σύγχρονο κράτος για να αναδείξει αρχαιολογικό χώρο που καταχώθηκε, ακόμα και σε περιπτώσεις πιο εύκολες που δεν υπήρχε τίποτα από πάνω. Είναι υποτιμητικό της νοημοσύνης μας λοιπόν, να πιστεύουμε πως κάτι τέτοιο θα συμβεί στο μέλλον στο οποίο μετατίθεται , αν αποφασιστεί κατάχωση, η ευθύνη μας για ανάδειξη ειδικά όταν έχουμε χάσει την ευκαιρία να πράξουμε τα δέοντα τώρα, τώρα που ο βωμός είναι στο φώς, που οι εργασίες είναι σε εξέλιξη, που μια λύση από τις πολλές που έχουν προταθεί μπορεί να δοθεί.
      Τι μας κάνει να πιστεύουμε πως κάποιοι στο μέλλον θα φανούν καλύτεροι από εμάς και θα δεν θα θυσιάσουν και αυτοί στο χυδαίο βωμό της υλιστικής οικονομίστικης αντιμετώπισης, αυτά που λόγω ιερότητας θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτα με κάθε κόστος. Τι μας κάνει να το πιστεύουμε αυτό όταν εμείς δεν μπορέσαμε ενώ είχαμε την ευκαιρία κοντά 80 χρόνια μετά από την προηγούμενη που είχε παρουσιαστεί. Ενώ μπορούσαμε από πριν να σχεδιάσουμε μια άλλη λύση καθώς η θέση του βωμού ήταν από πριν γνωστή και η ελπίδα για επέκταση του αρχαιολογικού χώρου της αγορά από πριν ζωντανή αντί να προβάλουμε τώρα σαν επιχείρημα τον μελλοντικό επανασχεδιασμό.
      Για όλα αυτά τελειώνοντας σας παρακαλώ να αφουγκραστείτε. Αφουγκραστείτε όλες αυτές τις φωνές, του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος και πάρτε την σωστή απόφαση της επιτόπιας ανάδειξης του βωμού και της όλης περιοχής Τώρα! Να ξέρετε πως έτσι θα έχετε την απόλυτη στήριξη μας, θα έχετε τον σεβασμό μας.